AD
Βιομηχανία & Απανθρακοποίηση

CBAM Αλουμινίου 2028: Οι στρατηγικές διαχείρισης κινδύνου άνθρακα που χρειάζονται οι εξαγωγείς προς την Ευρώπη (AL Circle)

CBAM Αλουμινίου 2028: Οι στρατηγικές διαχείρισης κινδύνου άνθρακα που χρειάζονται οι εξαγωγείς προς την Ευρώπη (AL Circle)

Η επέκταση του CBAM στα κατάντη προϊόντα αλουμινίου το 2028  δημιουργεί νέα δεδομένα στην αλυσίδα εφοδιασμού αλουμινίου 

Μια αποδοτική μονάδα διέλασης αλουμινίου της Κίνας ή ένα προηγμένο κέντρο χύτευσης υπό πίεση της Ινδίας, λειτουργούν σήμερα μέσα σε μια άνετη αλλά εξαιρετικά επισφαλή ψευδαίσθηση σύμφωνα  με το AL Circle. Παράγουν σύνθετα κουφώματα, δομικά εξαρτήματα αυτοκινήτων και εξαρτήματα υψηλής ακρίβειας που προορίζονται για την ευρωπαϊκή αγορά.

Προς το παρόν, θεωρούν ότι ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (CBAM) αφορά αποκλειστικά τους πρωτογενείς παραγωγούς αλουμινίου. Πιστεύει ότι οι μεγάλοι παραγωγοί πρώτης ύλης θα απορροφήσουν τους φόρους άνθρακα, επιτρέποντας στα τελικά προϊόντα του να εισέρχονται στην Ευρώπη χωρίς ιδιαίτερο έλεγχο.

Αυτή η ψευδαίσθηση θα τερματιστεί στις 1 Ιανουαρίου 2028.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε τη μεταβατική φάση του CBAM στα τέλη του 2023. Σήμερα, ο μηχανισμός καλύπτει βασικά υλικά όπως το τσιμέντο, ο σίδηρος, ο χάλυβας και το ακατέργαστο αλουμίνιο. Ο άμεσος στόχος είναι η καταγραφή του ανθρακικού αποτυπώματος των βαριών βιομηχανιών.

Ωστόσο, η νομοθεσία περιλαμβάνει έναν ενσωματωμένο μηχανισμό που αποσκοπεί στο κλείσιμο ενός σημαντικού κενού στο παγκόσμιο εμπόριο.

Αν οι Βρυξέλλες φορολογούσαν μόνο το ακατέργαστο μέταλλο, οι Ευρωπαίοι κατασκευαστές θα σταματούσαν απλώς να το αγοράζουν και θα εισήγαγαν τελικά προϊόντα με υψηλό ανθρακικό αποτύπωμα. Αυτό θα έπληττε τη βιομηχανική βάση της Ευρώπης χωρίς να μειώσει ουσιαστικά τις παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβλεψε αυτό το ενδεχόμενο. Γι’ αυτό, από το 2028, το οριστικό καθεστώς του CBAM επεκτείνεται δυναμικά σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας, καλύπτοντας ημιέτοιμα προϊόντα, σύνθετα συγκροτήματα και περίπου 180 κατηγορίες κατάντη προϊόντων.

πίνκας_1_1.png

Σύμφωνα με προηγούμενες αναλύσεις της AL Circle, η αλλαγή αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρόσθετο κόστος έως και 230 ευρώ ανά τόνο για εισαγωγές προϊόντων διέλασης αλουμινίου στην Ευρώπη μέχρι το 2028.

Κάθε εξαγωγέας εκτός Ε.Ε. αντιμετωπίζει πλέον μια κρίσιμη προθεσμία. Δεν πουλά πλέον απλώς μέταλλο. Πουλά ένα πιστοποιημένο πακέτο δεδομένων άνθρακα. Αν αυτά τα δεδομένα λείπουν, είναι ανακριβή ή συνδέονται με «βρώμικη» ενέργεια, τα προϊόντα του κινδυνεύουν να αποκλειστούν από την ευρωπαϊκή αγορά λόγω κόστους.

Η μακροοικονομική πραγματικότητα

Η Ε.Ε. παρουσιάζει το CBAM ως μέσο διασφάλισης θεμιτού ανταγωνισμού. Ωστόσο, τα εμπορικά δεδομένα αποκαλύπτουν μια σημαντική δομική ανισότητα.

Ο μηχανισμός εκτιμάται ότι θα καλύπτει μόλις 0,37% του παγκόσμιου εμπορίου και θα μειώσει μόνο 0,4%-0,5% των παγκόσμιων εκπομπών. Τα περιβαλλοντικά οφέλη σε παγκόσμια κλίμακα είναι σχετικά περιορισμένα.

Αντίθετα, οι οικονομικές επιπτώσεις για τις αναπτυσσόμενες χώρες είναι ιδιαίτερα έντονες. Τα σημερινά οικονομικά μοντέλα υπολογίζουν ότι οι κλάδοι χάλυβα και αλουμινίου της Ινδίας ενδέχεται να υποστούν απώλειες εξαγωγών ύψους περίπου 770 εκατομμυρίων δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 1% της συνολικής παραγωγής τους.

Οι ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες επιβάλλουν αυστηρή τιμολόγηση άνθρακα, ενώ οι εξαγωγικές χώρες του Παγκόσμιου Νότου επωμίζονται το οικονομικό κόστος χωρίς ουσιαστικό λόγο στη διαχείριση των σχετικών εσόδων.

Η προσαρμογή δεν αποτελεί πλέον επιλογή αλλά ζήτημα βιομηχανικής επιβίωσης.

Η πολυπλοκότητα του ανθρακικού αποτυπώματος στην κατάντη επεξεργασία αλουμινίου

Για να κατανοήσουμε γιατί η επέκταση του 2028 αποτελεί υπαρξιακή απειλή, πρέπει να εξετάσουμε τον τρόπο λειτουργίας της σύγχρονης βιομηχανίας.

Η πρωτογενής παραγωγή αλουμινίου ελέγχεται από λίγους μεγάλους παίκτες, όπως: Chinalco, Rio Tinto, Alcoa, Emirates Global Aluminium.Οι εταιρείες αυτές διαθέτουν κεφάλαια, λογισμικό και εξειδικευμένες ομάδες βιωσιμότητας για την ακριβή παρακολούθηση των εκπομπών τους.

Αντίθετα, ο κατάντη κλάδος είναι εξαιρετικά κατακερματισμένος. Αποτελείται από χιλιάδες ανεξάρτητες μονάδες διέλασης, ελασματουργίας, χύτευσης και μεταποίησης που αγοράζουν πλάκες, κολόνες ή χυτά τεμάχια από διαφορετικές πηγές, τα επανατήκουν, τα αναμειγνύουν με σκραπ και τα μετατρέπουν σε σύνθετα προϊόντα.

Κάθε στάδιο αυτής της διαδικασίας καταναλώνει τεράστιες ποσότητες ενέργειας: Φούρνοι προθέρμανσης διέλασης, Πρέσες διέλασης, Ψυχρές ελασματουργικές μονάδες, Κλίβανοι γήρανσης, Γραμμές επιφανειακής επεξεργασίας

Όλες αυτές οι δραστηριότητες δημιουργούν πρόσθετο ανθρακικό αποτύπωμα που πλέον θα πρέπει να καταγράφεται και να αποδεικνύεται.

Η σημασία των λεπτομερών δεδομένων και της δασμολογικής ταξινόμησης

Το κόστος συμμόρφωσης δεν θα είναι το ίδιο για όλα τα προϊόντα.
Η Ε.Ε. χρησιμοποιεί το σύστημα Combined Nomenclature (CN) για την ταξινόμηση των εισαγόμενων αγαθών. Το ύψος της επιβάρυνσης εξαρτάται από:

τη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντος,
τα στάδια επεξεργασίας,
την ένταση εκπομπών της χώρας παραγωγής.

Όσοι βασίζονται σήμερα σε «παραθυράκια» ταξινόμησης για να αποφύγουν την αναφορά εκπομπών, θα βρεθούν σύντομα αντιμέτωποι με σοβαρό κίνδυνο.

Αν δεν υπάρχουν επαληθευμένα στοιχεία πραγματικών εκπομπών, οι ευρωπαϊκές τελωνειακές αρχές θα χρησιμοποιούν δυσμενείς προεπιλεγμένες τιμές (default values), οδηγώντας σε σημαντικά υψηλότερες χρεώσεις.

 

πίνακας_2_1.png


Σενάρια κόστους άνθρακα και διάβρωση περιθωρίων κέρδους

Τα πιστοποιητικά CBAM τιμολογούνται βάσει της τιμής των δικαιωμάτων εκπομπών του EU ETS (European Union Emissions Trading System).
Η αρχική τιμή πιστοποιητικού για το πρώτο τρίμηνο του 2026 ορίστηκε στα: 75,36 ευρώ ανά τόνο CO₂.

Ο υπολογισμός της επιβάρυνσης είναι απλός:

Υπολογίζεται το ανθρακικό αποτύπωμα του προϊόντος.
Αφαιρείται το σημείο αναφοράς των αποδοτικότερων ευρωπαϊκών μονάδων. Η διαφορά πολλαπλασιάζεται με τον όγκο εξαγωγών.
Το αποτέλεσμα πολλαπλασιάζεται με την τιμή των πιστοποιητικών CBAM.

Ένας ανεξάρτητος παραγωγός που εξάγει 1.000 τόνους προφίλ αλουμινίου στη Γερμανία και χρησιμοποιεί άνθρακα και ηλεκτρικό δίκτυο υψηλών εκπομπών, μπορεί να αντιμετωπίσει επιβάρυνση άνω των: 1,35 εκατομμυρίων ευρώ για μία μόνο αποστολή. Αυτό αρκεί για να εξαφανίσει τα συνήθη περιθώρια κέρδους.

Αντίθετα, ένας παραγωγός που χρησιμοποιεί χαμηλού άνθρακα πρωτογενές αλουμίνιο και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα πληρώνει ένα μικρό μόνο μέρος αυτού του ποσού, αποκτώντας σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.


πινακας_3_1.png

Η στρατηγική τεσσάρων πυλώνων για τη διαχείριση του κινδύνου άνθρακα

- Προμήθεια χαμηλού άνθρακα και ενσωμάτωση LCA

Οι μεταποιητές πρέπει να απαιτούν πιστοποιημένα στοιχεία ανθρακικού αποτυπώματος από τους προμηθευτές πρωτογενούς μετάλλου και να επιλέγουν πρώτες ύλες με βάση το «ανθρακικό premium».

-Ακριβής διαχείριση σκραπ

Η παραγωγή δευτερογενούς αλουμινίου από ανακύκλωση απαιτεί περίπου το 5% της ενέργειας της πρωτογενούς παραγωγής.
Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές αρχές είναι ιδιαίτερα αυστηρές ως προς την ιχνηλασιμότητα και τον διαχωρισμό μεταξύ:
βιομηχανικού (pre-consumer) σκραπ, μετακαταναλωτικού (post-consumer) σκραπ

- Ψηφιακή παρακολούθηση και ενεργειακή αποδοτικότητα

Οι μονάδες πρέπει να εγκαταστήσουν μετρητές και συστήματα παρακολούθησης σε κάθε στάδιο παραγωγής.
Τα αξιόπιστα δεδομένα εκπομπών γίνονται πλέον βασική προϋπόθεση πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά.

- Διαφοροποίηση αγορών

Οι εξαγωγείς με υψηλό ανθρακικό αποτύπωμα ίσως χρειαστεί να ανακατευθύνουν μέρος των πωλήσεών τους προς:

περιφερειακές αγορές, χώρες της ASEAN,
άλλες αγορές με χαμηλότερα ρυθμιστικά εμπόδια.

Το μέλλον: αδρανείς άνοδοι και γεωπολιτική των εσόδων άνθρακα

Η επέκταση του CBAM το 2028 σηματοδοτεί το τέλος του παραδοσιακού εμπορίου αλουμινίου.

Ο στόχος είναι να επιβληθεί παγκόσμια απανθρακοποίηση μέσω οικονομικής πίεσης.

Μία από τις πιο υποσχόμενες τεχνολογίες είναι η χρήση αδρανών ανοδίων (inert anodes) στην ηλεκτρόλυση αλουμινίου. Η τεχνολογία αυτή μπορεί να εξαλείψει σχεδόν όλες τις άμεσες εκπομπές της διαδικασίας παραγωγής, μειώνοντας περίπου 1,5 τόνους CO₂ ανά τόνο αλουμινίου.

Το πρόβλημα είναι το τεράστιο επενδυτικό κόστος. Γι’ αυτό αναπτύσσεται μια διεθνής συζήτηση σχετικά με το αν τα έσοδα που θα εισπράττει η Ε.Ε. από το CBAM θα πρέπει να επιστρέφουν στις εξαγωγικές χώρες για τη χρηματοδότηση πράσινων τεχνολογιών.

Αν αυτό εφαρμοστεί στο μέλλον, θα αλλάξει ριζικά τα οικονομικά δεδομένα των εξαγωγών προς την Ευρώπη. Μέχρι τότε, όμως, το βάρος της απόδειξης του ανθρακικού αποτυπώματος παραμένει αποκλειστικά στον εξαγωγέα.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης